Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

ΣΥΝΑΝΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ SONY BOY WILLIAMSON II #5









  ...  Ο Τζο, χάρις στα ταξίδια του, γνώριζε μπλουζίστες σε όλη τη χώρα και έτσι  όταν μου πρότεινε να ξεκινήσουμε μερικές περιπλανήσεις στην επαρχία , έσπευσα να συμφωνήσω. Η πρώτη μας εκδρομή ήταν στο Μιλγουόκι, έτσι μπόρεσα να βρεθώ δίπλα στον  Σόνι Μπόι Ουίλιαμσον.
   Υπάρχει ένα μπέρδεμα μ’ αυτό το όνομα. Ο πρώτος που  χρησιμοποίησε το Σόνι Μπόι ήταν ο Τζον Λι Ουίλιαμσον ο μεγάλος σταρ της Bluebird Records που ηχογράφησε πολλά τραγούδια τα οποία γούσταρε ο Τζο να τραγουδάει, όπως το Decoration Day Blues,   I Can Hear my Black Name Ringing, και το Catie Mae



SONY BOY WILLIAMSON I (left)- BIG BILL BROONZY


O Sony Boy Williamson I υπήρξε προπολεμικά από τους πρωτοπόρους της φυσαρμόνικας αλλά και επιρροή πολλών μεγάλων μετέπειτα μουσικών όπως  οι Muddy Waters,   Junior Wells, Sonny Terry, Little Walter και ο Johnny Winter. Όλοι αυτοί έκαναν στις επόμενες γενιές γνωστά τα κλασικά πλέον τραγούδια  του Sony Boy, Good Morning School Girl, Early in the Morning, Stop Breaking Down, Hoodoo Man Blues, Sugar Mama Blues.
Τον Δεκέμβριο του 1947 ο Sony Boy ηχογράφησε για τελευταία φορά πλάι στον Big Joe Williams. Στις 1 Ιουνίου του 1948 επιστρέφοντας πεζός στο σπίτι του ύστερα από το τέλος μιας παράστασης που είχε δώσει σε κλαμπ του Σικάγο έπεσε θύμα δολοφονικής επίθεσης με πρόθεση τη ληστεία. Τα τελευταία του λόγια πριν ξεψυχήσει ήταν : «Θεέ  μου λυπήσου με»


Sonny 


Ο δεύτερος που χρησιμοποίησε αυτό το όνομα ήταν ο Αλεκ Ραις Μίλερ, αρκετά μεγάλος στα χρόνια και με περισσότερες ηχογραφήσεις στο ενεργητικό του αλλά όχι τόσο διάσημος μέχρι που πέθανε ο αρχικός Σόνι Μπόι.






       Αυτόν τον τελευταίο Σόνι Μπόι, τον Ράις Μίλλερ, ήταν που πήγαμε στο Μιλγουόκι να δούμε. Τον βρήκαμε σ’ ένα απαίσιο στέκι στο μαύρο τομέα της πόλης. Γέρος, ένας Θεός ξέρει πόσο, μ’ ένα απειλητικό βλέμμα και στόμα γκρινιάρικο και μάτια ψυχρά κι αλλοίθωρα, που εξέταζαν όλες σου τις κινήσεις από πάνω ως κάτω. Κάθονταν σ’ ένα τραπέζι  ανάμεσα στους πελάτες με τις φυσαρμόνικες του, το μικρόφωνο και μια παλιά πετσέτα ξενοδοχείου. Πριν από κάθε τραγούδι έφτυνε αίμα στην πετσέτα και φυσούσε, μετά τις νότες στη φυσαρμόνικα. Στην μπάντα του δεν έλεγε πιο κομμάτι θα ΄παιζε, ούτε σε ποια κλίμακα, ούτε τίποτα άλλο κι αυτοί απλά λικνίζονταν πίσω του. Δεν νοιαζόταν καν αν υπήρχαν ή όχι. Κτυπούσε απλώς το πόδι του στο πάτωμα και έπαιζε από μόνος του. Εδώ που τα λέμε, δεν έκανα σαν τρελός για να τον δω να παίζει.
Με ρώτησε αν ήξερα το  Help Me, την επιτυχία του εκείνο τον καιρό. «Ναι» του απάντησα «νομίζω ότι μοιάζει με το Green Onions» «Σωστά» είπε, «έλα να το πούμε μαζί».Βρέθηκα λοιπόν να κάθομαι δίπλα του. Ο κόσμος φαινόταν να γουστάρει.





 

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου