Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Ο ΚΑΡΙΩΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ







 



Αποφάσισα να εγκαινιάσω μια νέα ενότητα με δημοσιεύματα που αλιεύω στο διαδίκτυο και μου προξενούν εντύπωση. Για τον λόγο αυτό και ονομάζω αυτήν την ενότητα Αλιεύματα.
Η παρθενική  δημοσίευση της ενότητας μιλάει για τον χορό και τον καταλυτικό ρόλο που παίζει στην ανθρώπινη ψυχή.
Το κείμενο το αλίευσα στον ιστότοπο www.ikariamag.gr. Το ίδιο κείμενο περιέχεται στο βιβλίο : «Ελεύθερες πτήσεις #2» από τις εκδόσεις ελεύθερες πτήσεις.
Οι ελεύθερες πτήσεις είναι μια ομάδα που δημιουργήθηκε το 2010 όταν το ikariamag άνοιξε τα φτερά του.
Με κείμενα , από ,για και με αφορμή την Ικαρία, αλλά και την επικαιρότητα τη χώρας μας και τον κόσμο, η ομάδα αυτή κατόρθωσε μέσα σε 3 χρόνια να μεγαλώσει, με ετερόκλητες όσο και ανήσυχες πένες και να προσφέρει καθημερινά τις δικές της σκέψεις.
Το 2011 εκδόθηκαν οι ελεύθερες πτήσεις #1 και το 2013 εκδόθηκαν οι ελεύθερες πτήσεις #2


Ακολουθεί το άρθρο:

Ο καριώτικος της απώλειας
    
  Του Νικόλα Κοντινάκη


Συνέβη πριν κάμποσα χρόνια, αρχές Αυγούστου ήταν που ταξιδεύαμε προς το νησί για διακοπές… κινητά δεν υπήρχαν τότε, οπότε αρχίσαμε να το μαθαίνουμε από στόμα σε στόμα μόλις πατήσαμε το πόδι μας στον Άγιο… Ο Θανάσης είχε χαθεί στη θάλασσα..
όχι αυτός ρε γαμώτο! άκουγες σε όλο το νησί αν ρώταγες, κάτι είχε μερεμετίσει εδώ, κάπως είχε βοηθήσει εκεί, έπιαναν τα χέρια του βλέπεις, και κυρίως η καρδιά του… όλο χαμόγελο ήταν... ανοιχτό πάντα το σπίτι του… και στις γιορτές ο καλύτερος, τέτοιος χορευτής κανείς, αυτός το άνοιγε, αυτός και το έκλεινε το πανηγύρι…
Την άλλη μέρα, με το κονιάκ στο χέρι ο θείος σου ο Κώστας είπε χαμηλόφωνα: και βέβαια, ξεχάστε φέτος τα πανηγύρια, πένθος το χωριό! Γιατί ξέρεις, έτσι ήταν τότε το σωστό, και το σωστό να λέγεται… κι ας μη μάζευε χρήματα το χωριό, κι ας πικραίνονταν οι Αθηναίοι που κατέβαιναν μια φορά το χρόνο, έλεγε ο παππούς σου: πάντα υπάρχει και του χρόνου, αρκεί να είμαστε καλά και θα ’ναι διπλή η γιορτή!
Μα άκου τι ήθελα να σου πω… μετά τα εννιάμερα, πήγαμε σπίτι του Αντώνη, τον ξέρεις, ανιψιός του Θανάση είναι, τότε έμεναν δεξιά, πιο πέρα από τις Αλυκές, και μαζευτήκαμε καμιά δεκαπενταριά να πιούμε ένα ήσυχο κρασί στην υγειά του… βουβό το χωριό, κι εμείς το ίδιο, κι ας ήταν σχεδόν της Παναγίας… σκάλιζε ο Αντώνη ένα μεζέ και τότε, πώς του ήρθε δε ξέρω, του κάνει ο Σταμάτης: - Ρε Αντωνάκη, εκείνο το βιολί του θείου σου, εδώ δεν το έχετε; -Γιατί, ρε Σταμάτη, σκοπεύεις να γλεντήσεις; - Συγχώρα με φίλε, έτσι να το σκαλίσω λίγο, για την μνήμη του… - Πίσω σου είναι, αν θέλεις πιάσ’ το, μα ένα σου λέω, μην αρχίσεις να παίζεις και μας πάρουν με τις πέτρες…
Κάτι μουρμούρισε ο Σταμάτης σα να συμφωνούσε, έβγαλε το βιολί από τη θήκη και στην αρχή μόνο το κοίταζε… Τον βλέπαμε κι εμείς, μα δε δίναμε σημασία, άλλος έπαιζε τους μεζέδες, βάλε και λίγο κρασί ακόμα, τα κορίτσια έξω στην αυλή τα έλεγαν… Κάποια στιγμή έπιασε ο Σταμάτης να το κουρδίζει το βιολάκι, ήσυχα πολύ, μα το κούρδιζε… Έτσι, για να μην είναι ακούρδιστο και το στραβώσει ο καιρός μάς πέταξε και συνεχίσαμε… μα το κούρδιζε και το σκάλιζε το άτιμο και να για να μην στα πολυλογώ, κάποια στιγμή βρέθηκε να σκαρώνει έναν μικρό αμανέ… τίποτα σπουδαίο, πολύ σιγά… μα ήταν αμανές… χωρίς φωνή, μόνο το βιολί, και ο Σταμάτης συνέχιζε να παίζει, σιγά-σιγά, και στάθηκαν και τα κορίτσια στην πόρτα και τον χάζευαν και πάψαμε κι εμείς να μιλάμε για να τον ακούσουμε…
Όταν τελείωσε, δεν χειροκρότησε κανείς, ούτε τίποτα, μα ο Αντώνης, βουρκωμένος να ξέρεις, πάει στον Σταμάτη και κάτι του λέει στο αυτί… τον κοιτάει με απορία ο Σταμάτης και ο άλλος του κουνάει το κεφάλι προς τα κάτω… Συγχώρα με θειε, μα έτσι σε θυμάμαι… Πιάστε δύο μάγκες το τραπέζι και κάντε το άκρη κάνει ο Σταμάτης και μετά βάζει την καρέκλα του στο κέντρο… Κορίτσια, μπείτε και εσείς μέσα και τσιμουδιά… Ήξερε ο Σταμάτης το βιολί, ίσα που το ακούμπαγε και κελαηδούσε, μα ήταν πολύ σιγανό σήμερα…
Ναι, δεν μίλησε κανείς… κιχ, το πιστεύεις; μόνο πιάστηκαν και ξεκίνησαν τον αργό… και ήταν αργός… σχεδόν ακίνητος… μόνο τον αέρα που παλλόταν άκουγες… και τα πόδια δεν ακούγονταν… μόνο το θρόισμα από τα ρούχα… και το βιολί… και έναν αναστεναγμό ίσως… και ήταν η λύπη μοιρασμένη στα δεκαπέντε… μόνο που δεν ξορκίζαμε, καλούσαμε να έρθει να χορέψει κι αυτός μαζί μας, και όλοι όσοι είχαν χορέψει πριν και όσοι χόρευαν ταυτόχρονα και όσοι θα χόρευαν μετά… και δε μιλούσαμε, μόνο κοιταζόμασταν… μέχρι που ο Σταμάτης το γύρισε… σε γρήγορο…
Δεν σου ζητώ να καταλάβεις τώρα… γιατί ο γρήγορος εκείνη τη στιγμή ήταν πιο αργός από τον αργό που ξέρεις εσύ… μα τον είπαμε εμείς γρήγορο… γιατί ήμασταν πια έτοιμοι να πετάξουμε… όχι ένας κύκλος, ένας χορευτής ήμασταν… αυτό ήταν το «γρήγορος», δεν μπορώ να στο πω αλλιώς… και έπαιζε ο Σταμάτης και άλλαζε κάθε τόσο ο πρώτος και μόνο αφού περάσαμε όλοι από μπροστά σταμάτησε να ακούγεται το βιολί… και ακουμπήσαμε τα πόδια στο έδαφος και πήραμε βαθιά ανάσα… και πάλι δε μιλήσαμε, μα κοιταχτήκαμε και ήταν σαν να ορκιστήκαμε ότι αυτό το μνημόσυνο θα έμενε μεταξύ μας, και ήταν όρκος όπως φαίνεται γιατί κανείς δεν το συζήτησε ξανά, με τον ίδιο τρόπο μόνο κοιταζόμασταν κάθε φορά που κάποιος το έφερνε στο βλέμμα του και το επιβεβαιώναμε…
Όχι, δεν είναι αυτός ο λόγος που στο είπα, μα περνάνε τα χρόνια και επειδή μεγάλωσες πια και νομίζω ότι καταλαβαίνεις… γι' αυτό στο είπα… κι επειδή καταλαβαίνω κι εγώ… κι όταν κουραστούμε εμείς, να πιαστούν κι άλλοι στο χορό, και μετά άλλοι, για να μην σταματήσει το βιολί… θυμάσαι τι είπε ο Σταμάτης; το στραβώνει ο καιρός άμα σταματήσει και ξεκουρδιστεί… και μετά δεν είναι ποτέ ίδιος ο ήχος…









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου