Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΣΥΝΑΝΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΔΙΟΝΥΣΟ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ








Ο Δεκαπενταύγουστος είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική γιορτή των Ελλήνων μετά την Ανάσταση. Το οξύμωρο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι εορτάζεται ένας θάνατος. Η  Κοίμηση της Παναγίας. Όλη η Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα απέραντο πανηγύρι. Η παραδοσιακή μουσική του κάθε τόπου έχει την τιμητική της. Όσοι βρίσκονται στην ύπαιθρο συγκεντρώνονται στις πλατείες των χωριών και ξεφαντώνουν μέχρι τα ξημερώματα.

Ικαρία. Ένα νησί που πριν μερικές δεκαετίες ήταν τόπος εξορίας. Πέρα από τους ξενιτεμένους κατοίκους και τους ηλικιωμένους με προβλήματα υγείας που έρχονταν σε αυτόν για τα ιαματικά του λουτρά, ελάχιστοι και πολύ ψαγμένοι τουρίστες το προσέγγιζαν. Με την  πάροδο των χρόνων και με την εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης το νησί άρχισε να γίνεται γνωστό και όλο και περισσότεροι νέοι άρχισαν να το επισκέπτονται. Πολλές διηγήσεις από τις εντυπώσεις των επισκεπτών έχουν τυλίξει αυτό τον τόπο με ένα πέπλο φημών και πληροφοριών δίνοντάς του με μια μυθική σχεδόν αίγλη εξωτικού μυστηρίου. Πόσες από αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είναι μια άλλη ιστορία.
Ένα λοιπόν από τα φημισμένα χαρακτηριστικά του νησιού είναι και τα πανηγύρια του, στα οποία δεσπόζει ο περίφημος Ικαριώτικος.
Είχα την τύχη να παραβρεθώ σε ένα τέτοιο πανηγύρι ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο και θα σας περιγράψω την εμπειρία μου.





Το πιο φημισμένο και το πιο μεγάλο πανηγύρι στο νησί γίνεται στη Λαγκάδα. Είναι από τα ελάχιστα ημερήσια πανηγύρια. Το πανηγύρι ξεκινά μετά το πέρας της Λειτουργίας στο εκκλησάκι της Κοιμήσεως και τραβάει μέχρι το βράδυ.
Η Λαγκάδα όπως λέει και το όνομά της είναι ένα πλάτωμα σφηνωμένο σε  υψόμετρο 720 μέτρων ανάμεσα σε άγριους και κακοτράχαλους ορεινούς όγκους στα νοτιοδυτικά του νησιού, στη μέση του πουθενά. Ένα ασφαλές και αθέατο καταφύγιο των ντόπιων τα χρόνια που οι πειρατές λυμαίνονταν το Αιγαίο.



Ξεκίνησα κατά τις 12 το μεσημέρι  να πάω στο πανηγύρι. Λίγο πολύ τη διαδρομή την ήξερα. Στον Αρμενιστή μου κάνουν οτοστοπ δυο πιτσιρίκες και μου λένε αν πηγαίνω στη Λαγκάδα.Τις παίρνω μαζί μου.Κουβαλούν τα πράγματά τους. Θα μείνουν εκεί το βράδυ. Η γυναίκα μου τις βοηθά να βολέψουν τα πράγματά τους.Τα αυτοκίνητα πίσω μου περιμένουν υπομονετικά να τελειώσει η διαδικασία.Οι φίλοι μας που προπορεύονται κάνουν το ίδιο με δύο νεαρούς που πηγαίνουν και αυτοί στο πανηγύρι. Το οτοστοπ είναι το ανεπίσημο μέσο μεταφοράς στην Ικαρία. Ποτέ δεν έχει αναφερθεί τίποτε το δυσάρεστο.Αφού πέρασα τις Ράχες  άρχισα να σκαρφαλώνω προς το μεγάλο φράγμα του νησιού. Ο δρόμος ασφάλτινος ανάμεσα από πεύκα με ωραίες στροφές, αυτό που λέμε η χαρά του οδηγού. Φτάνοντας στο φράγμα το τοπίο σταδιακά αλλάζει. Ο δρόμος γίνεται χωμάτινος και τα πεύκα αρχίζουν να δίνουν τη θέση τους σε βελανιδιές. Η απόσταση που με χωρίζει από τον τελικό προορισμό είναι μόλις 6 χιλιόμετρα. Τώρα αρχίζουν τα ωραία!  Ο δρόμος μεταβάλλεται σταδιακά σε σκληροτράχηλο χωμάτινο. Το τοπίο θυμίζει σκηνικό φαρ- ουέστ. Σκαρφαλώνεις κοντά στη κορυφογραμμή στα 850 μέτρα. Γύρω σου απλώνεται ένα οροπέδιο γεμάτο βράχους, αναιμικές αλλά σκληροτράχηλες βελανιδιές. Μοναδική παρουσία τα κατσίκια και τα κοράκια που πλανάρουν πάνω από το κεφάλι σου. Σε μια στροφή του δρόμου παρουσιάζεται το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Ο δρόμος που έχει πάρει πια την πιο σκληρή του όψη περνά ανάμεσα από γρανιτώδεις βράχους και δίπλα σε γκρεμούς που η θέα τους τρομάζει τον συνοδηγό. Δεν υπάρχουν προστατευτικά κιγκλιδώματα, δεν υπάρχει τίποτα. Το αυτοκίνητο χοροπηδάει πάνω σε πέτρες που προεξέχουν από το λεπτό σαν πούδρα, αργιλώδες χώμα. Το αυτοκίνητο αρχίζει την κατάβαση. Φτάνω στο χώρο που πρέπει να παρκάρω. Υπάρχουν γύρω μου δεκάδες αυτοκίνητα και πρόθυμοι διοργανωτές που σε κατευθύνουν. Αφήνω το αυτοκίνητο που έχει πάρει το χρώμα της άμμου και κατηφορίζω με τα πόδια. Αναρωτιέμαι. Που βρίσκονται όλοι αυτοί οι άνθρωποι που ήρθαν πριν από μένα. 

Μαζί μου κατεβαίνουν και δεκάδες άλλοι. Από μακριά βλέπω ένα πλάτωμα με βελανιδιές και πλατάνια.Υποπτεύομαι ότι εκεί είναι το πανηγύρι. Συνεχίζω την κατάβαση. Από τις πλαγιές, ανάμεσα από τις φτέρες ξεπροβάλλουν ομάδες ανθρώπων που κατεβαίνουν για τον ίδιο λόγο αλλά μέσα από μονοπάτια. Τελευταία 150 μετρά πριν το πλάτωμα. Η εικόνα που πλέον αντικρίζω με κάνει να κοντοσταθώ με ανοικτό το στόμα. Όσο πλησιάζω τόσο γίνεται πιο ξεκάθαρη. Δεν μπορείς να πιστέψεις στα μάτια σου. Βρίσκομαι μπροστά σε ένα πλήθος περίπου 2000 ανθρώπων!!
Εισέρχομαι στον χώρο. Δεκάδες τραπέζια γεμάτα ανθρώπους κάθε ηλικίας στην πλειοψηφία τους νέοι. Δεύτερη έκπληξη. Μια ουρά  50 μέτρων  σχηματίζεται από ανθρώπους που περιμένουν υπομονετικά και με τάξη να προμηθευτούν φαγητό και ποτό. Σκέφτεσαι. Αυτό ήταν, μείναμε νηστικοί και διψασμένοι…
Βλέπω δεξιά μου σε ένα μικρό πλάτωμα εκτός πλατείας μια ομάδα νεαρών επισκεπτών  να φτιάχνει αυτοσχέδια τραπέζια για να καθίσει. Πίσω μου ο κόσμος έρχεται κατά δεκάδες. Ωραία….θα μείνουμε και όρθιοι!
Πηγαίνω προς το σημείο της ορχήστρας. Τότε έρχεται ο από μηχανής θεός ο οποίος έχει πάρει το πρόσωπο της φίλης που μας φιλοξενεί. Έχει φροντίσει  για τραπέζι και ήδη άλλοι άνθρωποι από την παρέα έχουν στηθεί στην ουρά για να προμηθευτούν τα δέοντα. Γίνονται ακόμα θαύματα στις μέρες μας.

Το τραπέζι βρίσκεται στο προαύλιο του εξωκλησιού δίπλα στα όργανα. Μπορείς να το πεις και θεωρείο. Η παρέα περιμένει και άλλους, έτσι φροντίζει με διάφορους τρόπους να επεκτείνει το υπάρχον τραπέζι. Τα καταφέρνει θαυμάσια. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά γύρω μου. Παντού χαλαρότητα και γελαστά πρόσωπα. Όλοι βολεύονται. Άλλωστε οι καλοί χωράνε παντού. Απέναντί μου πίσω από τα όργανα κάθονται οι μουσικοί και τρώνε. Είναι το καλύτερο βιολί του νησιού, ο Νίκος ο Φάκαρος με την κομπανία του. Σε λίγο και τις επόμενες ώρες θα ξεσηκώσει με τη μουσική του τους πάντες. Ρίχνω μια ματιά στον εξοπλισμό. Προβλέπω, και δεν πέφτω έξω, ότι ο ήχος θα είναι πολύ καλός.

Όσο παρατηρώ και τραβώ φωτογραφίες, έρχεται το φαγητό. Κατσικάκι  στο φούρνο , φρεσκοκομμένη χωριάτική με ντόπιο τυρί, φρέσκο ψωμί και φρεσκοτηγανισμένες πατάτες! Κόκκινο ικαριώτικο κρασί και παγωμένες μπύρες. Ξανακοιτάζω προς την πλατεία. Δεν έχω κάνει λάθος είναι εκατοντάδες  γύρω μου. Καλά πως τα καταφέρνουν και έχουν τέτοιας ποιότητας φαγητό;
Το μυστικό κρύβεται στον ικαριωτικο εθελοντισμό και αλληλεγγύη. Όλοι βοηθούν στις προετοιμασίες. Η παρέα υπολογίζει σύμφωνα με τα στατιστικά των προηγούμενων χρόνων ότι θα καταναλωθεί πάνω από 2 τόνους κρέας. Αυτό μεταφράζεται σε μια θυσία τουλάχιστον 250 κατσικιών. Ο νους τρέχει στο μακρινό παρελθόν. Σε αυτό τον τόπο που ο χρόνος κυλά διαφορετικά, κάποια πράγματα δεν έχουν ξεχαστεί.
Μίλησα για στατιστικά. Να και κάτι που δεν γνωρίζουν πολλοί. Το κάθε πανηγύρι διοργανώνεται από τους τοπικούς συλλόγους και πολύ σπάνια από μαγαζιά. Μετά το τέλος του πανηγυριού γίνεται απολογισμός. Τα αποτελέσματα αναγράφονται με κάθε λεπτομέρεια σε ανακοίνωση που αναρτάται σε δημόσιους χώρους για να λάβουν όλοι γνώση. Τόσα τα έξοδα τόσα τα έσοδα τόσο το κέρδος το οποίο διατίθεται για το τάδε κοινοτικό έργο που έχει ανάγκη το χωριό.
Στο μεταξύ η ορχήστρα έχει πάρει τη θέση της. Οι πρώτες νότες ακούγονται. Τραγούδια επιτραπέζια, που συνοδεύουν το φαγητό. Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει λέει ο σοφός λαός. Τρώμε και εμείς (δηλ. τσακίζουμε) μισό κατσίκι το οποίο το συνοδεύουμε με μπόλικο κρασί. Που και που καμιά μπύρα έτσι για την χώνεψη. Δεν κάθομαι για πολύ. Περιδιαβαίνω τον χώρο και παρατηρώ. Ένα μωσαϊκό κόσμου. Η πλειοψηφία τους δεν είναι Ικαριώτες. Μου θυμίζουν κοινό από μεγάλες συναυλίες του Eject festival ή του Rockwave. Είμαι περίεργος να δω τι θα κάνουν όταν αρχίσει ο χορός.



Έρχεται λοιπόν και αυτή η στιγμή. Η ορχήστρα παίζει το πρώτο χορευτικό τραγούδι. Σηκώνεται μια μικρή παρέα ντόπιων και χορεύει. Μια μικρή παύση. Όλα τα μάτια στραμμένα προς τον άδειο χώρο της πλατείας που χρησιμεύει για πίστα χορού. Σηκώνονται δειλά –δειλά και άλλοι. Ο πάγος σπάει, η πίστα γεμιζει με κόσμο. Τραβώ φωτογραφίες. Μετά από κάποια ώρα, όταν ο κόσμος έχει ζεσταθεί, ο Φάκαρος ξεκινάει τον Ικαριώτικο. Αυτό που αντικρίζω με κάνει να κατεβάσω τη μηχανή και να προσπαθήσω να καταλάβω τι συμβαίνει. Αυτές οι στιγμές που αποτελούνται από χιλιάδες μικροκινήσεις, εκφράσεις, ενέργεια, δεν αιχμαλωτίζονται από κανένα ανθρώπινο κατασκεύασμα παρά μόνο από το νου.
Δεκάδες άνθρωποι πετάγονται συγχρονισμένα με μια ιαχή και πιάνουν τον χορό. Χορεύουν σε ομόκεντρους κύκλους. Ο Φάκαρος λαβαίνει τις δονήσεις και τις συντονίζει. Κάνει ότι θέλει αυτή την ανθρώπινη θάλασσα. Το τραγούδι κυλά μεθυστικά σε επαναλαμβανόμενο τέμπο. Σιγά- σιγά ο τόνος χαμηλώνει. Ο Φάκαρος κάνει αυτό το αμίμητο τρικ που τον καθιστά μοναδικό. Χαμηλώνει και άλλο, τόσο που ακούγονται τα πόδια των χορευτών και ο ανεπαίσθητος ήχος που βγαίνει από το χάιδεμα του δοξαριού πάνω στο βιολί. Όλα συντονίζονται. Ανάσες, βλέμματα, βήματα στον ήχο του βιολιού. Μια ένταση αισθησιακή συσσωρεύεται . Ο Φάκαρος την αυξάνει παίζοντας με τα όρια. Όταν την φτάσει εκεί που θέλει δεν ακούγεται τίποτα μόνο τα πόδια που κτυπούν ή σέρνονται στη γη. Τότε ξεκινά ένα δυνατό κρεσέντο. Η ενέργεια απελευθερώνεται οι κύκλοι σπάνε και εκατοντάδες χέρια υψώνονται στον ουρανό προσπαθώντας να φτάσουν τις ιαχές που βγαίνουν από τα στόματα. Το τέμπο πέφτει για λίγο χωρίς να πέσει ο τόνος. Οι χορευτές ξαναπιάνονται και συνεχίζουν να χορεύουν κυκλικά με μεγαλύτερη ένταση. Τα όργανα τώρα έχουν πάρει φωτιά.


Είναι 3 η ώρα το μεσημέρι και ο ήλιος βαράει στα γεμάτα. The night time is a right time… άλλος ένας μύθος καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Παντού χορεύουν. Όπου υπάρχει ελεύθερος χώρος. Όλα έχουν κτυπήσει κόκκινο. Βλέπω κορίτσια και αγόρια να έχουν στεφανωθεί με κληματόβεργες. Σε αρκετές κρέμονται άγουρα μικρά τσαμπιά από σταφύλια. Ο Διόνυσος δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο. Στην Ικαρία τα αμπέλια τα κλαδεύουν τον Αύγουστο σχολιάζει χαριτολογώντας ένας φίλος. Σκέφτομαι με θλίψη τον κόπο του αμπελουργού που το αμπέλι του είχε την ατυχία να βρίσκεται δίπλα στο πανηγύρι. Ευτυχώς το φαινόμενο σταματά. Κάποιος ευλογημένος άνθρωπος τους προτρέπει να αφήσουν ήσυχο το αμπελάκι και να χρησιμοποιήσουν πλατανόβεργες. Να είναι καλά ο άνθρωπος.

Οι χορευτές πρέπει να πάρουν ανάσα. Γίνεται μια μικρή παύση. Η ορχήστρα αλλάζει ρυθμούς παίζει ταγκό και βάλς. Η πίστα γεμίζει ζευγάρια που χορεύουν. Την απορία μου την λύνει μια ικαριώτισσα. Τα παλιά τα χρόνια όπου τα ήθη ήταν πολύ διαφορετικά και απείρως αυστηρότερα, τα πανηγύρια ήταν ο τόπος συνεύρεσης των νέων και το πεδίο γέννησης μεγάλων ερώτων που συνήθως κατέληγαν σε γάμο. Έτσι οι ευρωπαϊκοί χοροί  το ταγκό, το βάλς ακόμα και το…φοξ τροτ χρησίμευαν ώστε οι νέοι να έρθουν κοντά και να ανταλλάξουν μηνύματα και ότι άλλο καλυμμένοι από το πέπλο του χορού. Άλλη μια πρωτοτυπία του ικαριώτικου πανηγυριού που πλέον φαντάζει τουλάχιστον στα δικά μου μάτια ως μια γραφικότητα που έχει, μοιραία, χάσει την πολύτιμη πρακτικότητα του παρελθόντος. Παρόλα αυτά το θέαμα ήταν πολύ ενδιαφέρον και σε πολλές περιπτώσεις ειδυλλιακό.






Κάπου εδώ έκανε και την εμφάνιση του ο θεός Διόνυσος και ευλόγησε το ποτήρι μου. Το γλέντι συνεχίστηκε με τους ικαριώτικους ρυθμούς και τους ανθρώπους να συνεχίζουν να χορεύουν. Είναι πλέον 5 η ώρα το απόγευμα. Μοιράζονται βαθιά πιάτα της σούπας γεμάτα με ένα ονειρικό ζωμό από βραστό κατσίκι. Τον τιμώ δεόντως.
Έρχεται η ώρα της επιστροφής. Ανηφορίζω προς το πάρκιν μαζί με άλλους. Ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται και η ώρα έχει περάσει τις 6 το απόγευμα. Το πανηγύρι θα τραβήξει σε μάκρος παρόλο που δεν υπάρχει ρεύμα παρά μόνο γεννήτριες.
Μπαίνω στο αυτοκίνητο και ξεκινώ. Ο δρόμος έχει στενέψει υπερβολικά ίσα που χωράει ένα αυτοκίνητο. Δεξιά και αριστερά σταθμευμένα αυτοκίνητα εκατοστά δίπλα στο γκρεμό. Μετά από 500 μέτρα η πρωτη έκπληξη. Κάποιοι κατεβαίνουν. Ακινητοποιούνται τα πάντα. Πάει αυτό ήταν θα τη βγάλουμε εδώ το βράδυ. Μέγα λάθος. Μετά από λίγη ώρα ο δρόμος ξεμπλοκάρει. Φιλότιμοι διοργανωτές κουμαντάρουν τα αυτοκίνητα και ξεμπλοκάρεται ο δρόμος. Τα δύο ρεύματα συνεχίζουν απρόσκοπτα την πορεία τους. Πως; Είναι ένα θαύμα. Καμία ένταση , κανένας εκνευρισμός καμία ανησυχία. Το φαινόμενο επαναλήφθηκε άλλες 3 φορές και πάντα το ξεμπλοκάρισμα ήταν επιτυχές. Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα έφταναν σε απόσταση 3 χιλιομέτρων από το πανηγύρι. Κανένα πρόβλημα. Οι επιβαίνοντες κατέβαιναν με τα πόδια. Αναρωτήθηκα πως θα ανεβούν μετά το γλέντι. Τα κατάφεραν γιατί το παν είναι η καλή διάθεση. Τα 6 χιλιόμετρα τα διάνυσα σε 1 ώρα χρόνος πολύ καλός αν υπολογίσει κάποιος τις συνθήκες.
Από ότι έμαθα το πανηγύρι συνεχίστηκε μέχρι αργά. Κανένα ατυχές περιστατικό δεν σημειώθηκε.
Με την ματιά του παρατηρητή ένιωσα πραγματικά μια διονυσιακή ατμόσφαιρα που ίσως να την ένιωθα εντονότερα αν συμμετείχα πιο ενεργά. Πάντως πέρα από τη θετική ενέργεια νομίζω ότι δεν είχε τη μυσταγωγία που είχα νιώσει πριν 6 χρόνια σε ένα άλλο πανηγύρι στο ορεινό χωριό των Βρακάδων. Ίσως είναι που Ικαρία βρίσκεται στην κόψη του γυρίσματος μιας εποχής. Που δέχεται εισβολή από μια άλλη γενιά επισκεπτών που έχουν άλλα βιώματα και ελάχιστη επαφή με την παράδοση.






Παρόλα αυτά και χωρίς να είμαι πιουρίστας  μπορώ να πω ότι οι νέοι κάθε «φυλής» χόρεψαν με τη ψυχή τους. Πήρα ένα μήνυμα αισιόδοξο ότι τελικά οι θεοί δεν έφυγαν ποτέ από αυτόν τον τόπο και οι άνθρωποι, ειδικά οι δήθεν αδιάφοροι νέοι δεν τους ξέχασαν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλονται εδώ και δεκαετίες από κάποιους που θέλουν να σβηστεί η συλλογική μνήμη.
Έφτασα στο σπίτι σκονισμένος μα γεμάτος εικόνες και συναισθήματα. Σε λίγο ξεκινά το πανηγύρι στην Ακαμάτρα. Κάνω ένα μπάνιο και αράζω στο τεράστιο μπαλκόνι. Στα πόδια μου απλώνεται το Ικάριο πέλαγος και από πάνω μου ένας έναστρος ουρανός που μου θυμίζει τις εποχές των παιδικών μου χρόνων τότε που τα φώτα ήταν ελάχιστα. Ρεμβάζω και θυμάμαι. Δεν πάω τελικά πουθενά έχω γεμίσει. Η θέα και η σιωπή της νύχτας που απλώνεται με κρατούν δέσμιο. Ίσως να μεγάλωσα και να μην αγαντάω για περισσότερα. 





 Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους αυτούς που μου έδωσαν πολύτιμες απαντήσεις στις απορίες μου. Ειδικότερα τον Άγγελο και την Αθηνά για την φιλοξενία τους , τον Φάνη και την Σοφία, τον Βαγγέλη και την Ζωή. Να είστε πάντα καλά και το χειμώνα να ανταμώσουμε στο γνωστό Ικαριώτικο μαγαζί που δεν αναφέρω το όνομά του για να μη θεωρηθεί ότι το διαφημίζω.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου